|
Αναλογιζόμενος τη νέα δουλειά του Δημήτρη Φουτρή, η πιο έντονή μου σκέψη είχε να κάνει με τη βία που κάνει την εμφάνισή της, σε αποσπασματικά αφηγηματικά επεισόδια, στα γλυπτά και στις εγκαταστάσεις του, και μοιάζει να γεφυρώνει τις ποικίλες αναφορές του. Και αυτή η σκέψη, με τη σειρά της, μου έφερε στο νου τη γενικευμένη συζήτηση περί βίας που αποτελεί πάγιο, πλέον, χαρακτηριστικό του δημοκρατικού πολιτικού λόγου. Το συμπέρασμα που επικρατεί στο κυρίαρχο πολιτικό φάσμα, το οποίο περιλαμβάνει και κάθε μεμονωμένη άποψη που δεν θα μπορούσε να νοηθεί ακραία, είναι ότι η βία είναι καταδικαστέα, σε κάθε περίπτωση, υπό οποιαδήποτε συνθήκη ή προϋπόθεση.
Βέβαια, αυτό δεν είναι αλήθεια – όσο και αν, χάριν ρητορείας, το επαναλαμβάνουμε συχνά. Κάθε χώρος συναίνεσης αποτελεί ένα προϊόν εξουσιαστικής διάδρασης, ορίζεται από μια διαδικασία επιβολής. Συνεπώς, κάθε τέτοιος, ορισμένος χώρος που επιτρέπει εντός του τη συμβίωση, οφείλει να προϋποθέτει ένα «έξω», έναν τόπο, μια θέση εκτός, από την οποία είναι δυνατόν να αποτολμηθεί η διάρρηξή του, όταν ο χώρος συναίνεσης δεν επιτρέπει πλέον την τήρηση και την αναπαραγωγή των ίδιων των συμβάσεων που τον συνιστούν. Αυτή είναι η μόνη εγγύηση κατά του ολοκληρωτισμού, ο μόνος εφικτός έλεγχος της εξουσίας: η διαρκής απειλή κατάλυσης της συναίνεσης.
Μολονότι μιλούμε για έναν φανταστικό τόπο – η εξωτερική θέση δεν είναι παρά μια εννοιακή προϋπόθεση – μιλούμε ταυτόχρονα για έναν τόπο που πρέπει να διατηρεί τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε πραγματικό, εισβάλλοντας στο βασίλειο του πραγματικού. Ο τρόπος με τον οποίον συντηρείται η δυναμική του φανταστικού αυτού τόπου, η δυνατότητα εισβολής, δεν είναι άλλος από τις υπομνήσεις, τις μικρές ρήξεις, τη σποραδική βία που αναφαίνεται εντός του χώρου συναίνεσης.
Το πιο ανησυχητικό ίσως χαρακτηριστικό του σύγχρονου δημοκρατικού λόγου είναι ότι τείνει να στερήσει από τον φανταστικό τόπο τη δυναμική πραγμάτωσής του. Μολονότι επί της αρχής παραδέχεται ότι ένας τέτοιος τόπος είναι απαραίτητος, ταυτόχρονα μεταθέτει κάθε πιθανότητα πραγμάτωσής του σε ένα νεφελώδες μέλλον, αρνούμενος οποιαδήποτε «αυθεντικότητα» στις μικρές ρήξεις, εξοβελίζοντάς τις στον χώρο του μη-πολιτικού (η βία είναι απαραίτητη αλλά όχι έτσι και όχι τώρα) και εξασφαλίζοντας ότι η αναγκαιότητα της ρήξης θα βρίσκεται πάντα πέρα από τον ορίζοντά μας. Ένας δημοκρατικός λόγος που στερεί από τους συνομιλητές κάθε επίκληση της αναγκαιότητας ρήξης γίνεται ένας ολοκληρωτικός λόγος.
Στην έκθεση του Δημήτρη Φουτρή υπάρχει ένα «μέσα» και ένα «έξω». Τα διαβάζω ως μια αντιστροφή: αυτό που θα περίμενε κανείς να είναι το «μέσα», είναι το «έξω», και αντίστροφα. Το «μέσα», το περίκλειστο σε μια αναγνωρίσιμη και καθιερωμένη σύμβαση, είναι ο φανταστικός τόπος, αυτός που ονομάζεται «Σουορνχέηλινγκλει». Το «έξω», ομοιογενές αλλά απέραντο, είναι ο χώρος της συναίνεσης. Στον φανταστικό τόπο ξεδιπλώνονται τα επεισόδια, οι υπομνήσεις της βίας, οι σποραδικές ρήξεις. Έξω από αυτόν κυριαρχεί ένας ήχος, κάτι ανάμεσα σε βουητό πλήθους και ψαλμό, δίχως άλλη δράση, εκτός από δύο τοτέμ-φορείς του ήχου, θεματοφύλακες της κοινής ζωής.
Περιττό να πω ποιο από τα δύο – το «μέσα» ή το «έξω» - φαίνεται πιο τρομακτικό.
Αυγουστίνος Ζενάκος
|